ιστοριογραφικός

ιστοριογραφικός
η , ό[ν] историографический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ιστοριογραφικός" в других словарях:

  • ιστοριογραφικός — ή, ό (Α ἱστοριογραφικός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ιστοριογραφία ή στον ιστοριογράφο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱστοριογράφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Γεώργιο Μ. Βιζυηνό)] …   Dictionary of Greek

  • ιστοριογραφικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στην ιστοριογραφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱστοριογραφική — ἱστοριογραφικός fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιστορία — Επιστήμη που εποπτεύει την πορεία των γεγονότων που αναφέρονται σε ένα ανθρώπινο σύνολο, συλλέγοντας και εξετάζοντας με κριτικό πνεύμα το σύνολο των πηγών. Κατά την πρώτη εμφάνιση της ιστοριογραφίας, αφηγητές και χρονικογράφοι ανέφεραν όλα τα… …   Dictionary of Greek

  • -graphic — comb. form (also graphical) forming adjectives corresponding to nouns in graphy (see GRAPHY). Derivatives: graphically comb. form forming adverbs. Etymology: from or after Gk graphikos (as GRAPHIC) * * * a combination of graph and ic, forming… …   Useful english dictionary


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»